ἴκελος

ἴκελος [ῐ], η, ον, poet. and [dialect] Ion. form of εἴκελος,
A like, resembling, τινι Il.11.467, al., Hes.Sc.198, Sapph.Supp.20b.1, B.Fr.19, Hdt.3.81, Hp.Epid.3.4, Ar.Av.575, Theoc.2.51, etc.; ὀργαῖς ἀλωπέκων ἰ. like foxes in disposition, Pi.P.2.77; ἐπιθυμίη κυνὶ ἰ. Democr.224: c. gen., θέας ἰκέλαν dub. in Sapph.Supp.25.4. Adv. [suff] ἱκᾰν-λως, c. dat., in the same way as, Hp.Gland.8, Diotog. ap. Stob.4.1.133.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ίκελος — ἴκελος, έλη, ον (Α) (ποιητ. και ιων. τ.) βλ. είκελος. επίρρ... ἰκέλως (Α) (με δοτ.) με τον ίδιο τρόπο, όμοια με... [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκ ελος η λ. εμφανίζει τη μηδενισμένη βαθμίδα ἰκ τής ρίζας *weik «αποδεικνύομαι αληθής» τών ρ. εικάζω, έοικα. Το… …   Dictionary of Greek

  • ἴκελος — like masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκέλω — ἴκελος like masc/neut nom/voc/acc dual ἴκελος like masc/neut gen sg (doric aeolic) ἰ̱κέλω , ἰκελόω make like imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἰκελόω make like pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἰκελόω make like imperf ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκέλως — ἴκελος like adverbial ἴκελος like masc acc pl (doric) ἰ̱κέλως , ἰκελόω make like imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἰκελόω make like imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴκελον — ἴκελος like masc acc sg ἴκελος like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Икел — (Ίκελος), по Овидию (Metam. XI, 640) один из богов сновидений, принимающий вид различных животных. И. называют его боги, люди же Фобетором (пугающим) …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ἰκέλη — ἴκελος like fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκέλην — ἴκελος like fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκέλοισι — ἴκελος like masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκέλους — ἴκελος like masc acc pl ἰ̱κέλους , ἰκελόω make like imperf ind act 2nd sg ἰκελόω make like imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκέλῃσι — ἴκελος like fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.